Антикоррупционная политика

Policy

Πολιτική κατα της διαφθοράς

Η εταιρεία, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις της

Ο περί Καταπολέμησης της Διαφθοράς Νόμος, Κεφ. 161 της Κυπριακής Δημοκρατίας,
Ο νόμος περί δημοσίων υπαλλήλων, Νόμος 1 του 1990,
Ο Ποινικός Κώδικας, Κεφάλαιο 154,
Ο νόμος περί επικύρωσης της ποινικής σύμβασης για τη διαφθορά, ο νόμος 23 (ΙΙΙ) του 2000,
Ο νόμος των πολιτικών κομμάτων, Νόμος 175 (Ι) του 2012,
Ο νόμος για τον παράνομο εμπλουτισμό των δημοσίων υπαλλήλων και αξιωματούχων, Νόμος 51 (Ι) του 2004


Επιβεβαιώνει την πολιτική κατά της διαφθοράς στον οργανισμό, τις αρχές συμπεριφοράς σε σχέση με τις διεφθαρμένες πρακτικές των υπαλλήλων της, των αντισυμβαλλομένων και άλλων προσώπων.

1.       Η Εταιρεία χρησιμοποιεί τον όρο «διαφθορά» για να σημαίνει: κατάχρηση λειτουργιών στην Εταιρεία, δωροδοκία (απο και προς), κατάχρηση εξουσίας, εμπορική δωροδοκία, άτυπα χρηματικά κίνητρα των αντισυμβαλλομένων της Εταιρείας ή πρόσωπα που επηρεάζουν τη δραστηριότητα των αντισυμβαλλομένων της Εταιρείας ή τα διοικητικά του όργανα, με σκοπό τη λήψη από αυτούς τους αντισυμβαλλομένους για το όφελος των προσωπικών αποφάσεων ή οποιαδήποτε άλλη παράνομη χρήση των καθηκόντων ενός ατόμου αντίθετα προς τα νόμιμα συμφέροντα της οργάνωσης, της κοινωνίας και του κράτους ωφελούμενα σε μορφή χρημάτων, τιμαλφών, άλλων υπηρεσιών ιδιοκτησίας ή ακινήτων, άλλων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας για τον ίδιο ή για τρίτους ή την παράνομη παροχή στο εν λόγω πρόσωπο από άλλα άτομα.

2. Οι αμοιβές που καταβάλλονται επισήμως σε οποιοδήποτε πρόσωπο σε σχέση με τα εμπορικά συμφέροντα της Εταιρείας, εφόσον τα πρόσωπα αυτά δεν απαγορεύονται από το νόμο ή από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις να λαμβάνουν τέτοια αμοιβή - δεν μπορούν να αναγνωριστούν ως διαφθορά.

3. Η Εταιρεία ασκεί προσπάθειες κατά της διαφθοράς εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της:
με στόχο την πρόληψη της διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού και της επακόλουθης εξάλειψης των αιτίων της διαφθοράς (πρόληψη της διαφθοράς, εφαρμογή της διανομής νομικών πληροφοριών μεταξύ των εργαζομένων της Εταιρείας) ·
η Επιτροπή Αντιναρκωτικής Διαχείρισης της Εταιρείας (στο εξής "ACC") εντοπίζει, αποτρέπει, καταστέλλει, αποκαλύπτει και διερευνά διεφθαρμένες πρακτικές εντός της Εταιρείας (προσπάθειες για την καταπολέμηση της διαφθοράς στην Εταιρεία).
το ACC αναλαμβάνει μέτρα για την ελαχιστοποίηση και (ή) εξάλειψη των συνεπειών της διαφθοράς εντός της Εταιρείας.

4. Η διαφθορά οποιασδήποτε μορφής δεν μπορεί να εγκριθεί, να ενθαρρυνθεί ή να χρηματοδοτηθεί από την Εταιρεία.
Κάθε υπάλληλος της Εταιρείας, ανεξαρτήτως της θέσης του, υποχρεούται να ενημερώνει τον πρόεδρο της ΑΣΚ ή τον Διευθύνοντα Σύμβουλο για κάθε διεφθαρμένη διεργασία. Η κοινοποίηση αυτή γίνεται με τη μορφή εσωτερικής έκθεσης που απευθύνεται στο πρόσωπο που είναι εξουσιοδοτημένο να εξετάσει την εν λόγω κοινοποίηση. Μετά την παραλαβή μιας τέτοιας κοινοποίησης από τον γενικό διευθυντή, ο τελευταίος υποχρεούται να αποστείλει αμέσως την κοινοποίηση που έλαβε στην Επιτροπή (ACC).

Όλοι οι υπάλληλοι της Εταιρείας πρέπει να ενημερώνονται από τους διαχειριστές των τμημάτων ότι οι διεφθαρμένες πρακτικές (πράξεις) επικαλούνται την άσκηση πειθαρχικής ευθύνης, ποινικής ευθύνης, καθώς και πολιτικής ευθύνης σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η διερεύνηση των διεργασιών (πράξεις) διεξάγεται από την ACC, η οποία δημιουργήθηκε με εντολή του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας και λειτουργεί σε μόνιμη βάση.

Τα μέλη του ΣΕΚ εκλέγουν τον πρόεδρο της επιτροπής για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. Τα μέλη του ACC μπορούν να επανεκλέξουν τον πρόεδρο της επιτροπής πριν από τη λήξη της θητείας του.

Η δομή του ΣΕΚ πρέπει να περιλαμβάνει:


Διευθύνοντα Σύμβουλο και / ή τον αναπληρωτή του, κύριο λογιστή.
Κεφαλές τμημάτων της Εταιρείας.

Η δομή του ACC μπορεί να περιλαμβάνει και άλλα πρόσωπα που είναι υπάλληλοι της Εταιρείας ή ιδρυτές της. Ο συνολικός αριθμός των συμμετεχόντων στο ACC δεν είναι περιορισμένος, αλλά πρέπει να είναι μονός αριθμός.

Οι αποφάσεις του ΣΕΚ λαμβάνονται από τα μέλη του με γενική ψηφοφορία. Οι αποφάσεις του ΣΕΚ λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία. Το μέλος του ACC δεν επιτρέπεται να ψηφίσει ή να λάβει ουδέτερη στάση.

Ένα πρόσωπο που είναι ύποπτο ότι έχει διαπράξει πράξεις διαφθοράς (διεφθαρμένες πρακτικές) δεν μπορεί να εισέλθει στη δομή του ACC. Εάν το άτομο που εισέρχεται στο ACC είναι ύποπτο για διαφθορά, αυτό το πρόσωπο αποκλείεται από τη δομή ACC.

4.1. Η αρχή ACC:


να διανέμει τακτικά νόμιμα πληροφοριακά υλικά μεταξύ των εργαζομένων της Εταιρείας.
να λαμβάνει ειδοποιήσεις από τους υπαλλήλους της Εταιρείας σχετικά με τις διεργασίες (δράσεις) διαφθοράς.
να διεξάγει έρευνες σχετικά με τις διεργασίες (δράσεις) και να λαμβάνει μέτρα για την ελαχιστοποίηση της διαφθοράς, τον εντοπισμό και την εξάλειψη των αιτιών τους ·
να λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με την προσαγωγή ατόμων υπόπτων για διάπραξη πράξεων διαφθοράς, πειθαρχικής ευθύνης και να αφήνει την απόφασή του στην εκτέλεση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας.
να αποφασίσει σχετικά με τη διαβίβαση κοινοποίησης των πρακτικών διαφθοράς στα όργανα εσωτερικών υποθέσεων μαζί με τη σύναψη του ΣΕΚ προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με την κίνηση ποινικής υπόθεσης από τις αρμόδιες αρχές σε σχέση με πρόσωπο που είναι ύποπτο για διέγερση πράξεων δωροδοκίας ή να αποφασίσει σχετικά με την αναγκαιότητα της κατάρτισης των ισχυρισμών για την υποβολή αίτησης στο δικαστήριο, προκειμένου να προσαχθεί σε υποψία ότι διέπραξε πράξεις δωροδοκίας, στην πολιτική ευθύνη.

5. Ο διευθυντής ή / και οι διαχειριστές των τμημάτων της Εταιρείας δεν έχουν το δικαίωμα να δίνουν εντολές προς τους υπαλλήλους, οι οποίες αποσκοπούν στην εφαρμογή διεφθαρμένων πρακτικών.

6. Οι εργαζόμενοι της Εταιρείας δεν έχουν δικαίωμα να υποβάλλουν διεφθαρμένες προτάσεις στους αντιπροσώπους των αντισυμβαλλομένων ή των ρυθμιστικών αρχών

7. Ο υπάλληλος της Εταιρείας υποχρεούται να γνωστοποιεί στην Εταιρεία περιπτώσεις που έγιναν γνωστές σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του και έφεραν σημάδια διεφθαρμένης πρακτικής. Σε περίπτωση αθέτησης αυτής της υποχρέωσης, ο εργαζόμενος υπόκειται σε πειθαρχική, πολιτική ή ποινική ευθύνη σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας.

8. Σε συνεργασία με τις αρχές επιβολής του νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Εταιρεία αναλαμβάνει εκτεταμένα μέτρα για την καταστολή και διερεύνηση διεφθαρμένων πρακτικών (δράσεων) που σχετίζονται με την Εταιρεία ή τους υπαλλήλους της.

9. Κατά την ταυτοποίηση από εκτελεστικό όργανο της Εταιρείας (Διευθυντές / Διευθύνοντα Σύμβουλο) διεξαγόμενων διεφθαρμένων πρακτικών, η Εταιρεία ενημερώνει όλους τους ιδρυτές της Εταιρείας.

10. Ο υπάλληλος της Εταιρείας που διαπιστώνεται ότι διέπραξε πράξεις δωροδοκίας υπόκειται σε αναστολή από την εργασία, απόλυση,πολιτική ευθύνη και αποζημίωση για τις ζημίες που προκλήθηκαν στη φήμη της Εταιρείας και τα υλικά παραβίασής της υποβάλλονται στις αρχές επιβολής του νόμου, προκειμένου να φέρει εις πέρας την ευθύνη που έχει θεσπιστεί από τη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας.

11. Σε περίπτωση προσλήψεως προσώπων που είναι υπάλληλοι της Εταιρείας, αντισυμβαλλομένου της Εταιρείας ή υπάλληλος του κρατικού φορέα / (κατά τη σύναψη σύμβασης ή όταν έχει ήδη συναφθεί κρατική σύμβαση), στην ευθύνη κάτω από τις διεφθαρμένες ενεργείες, η Εταιρεία συνεργάζεται με την ποινική δίωξη που έρχεται από την πλευρά της εισαγγελίας.

12. Κατά τη σύναψη συμβάσεων με αντισυμβαλλόμενους, η Εταιρεία προτείνει να συμπεριληφθεί στη συνθήκη το ακόλουθο κείμενο συμφωνίας κατα της διαφθοράς: "Με τον τρόπο αυτό, κάθε συμβαλλόμενο μέρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην χρησιμοποιεί τις διεφθαρμένες πρακτικές όταν  αντιμετωπίζει άλλο συμβαλλόμενο μέλος. Ο όρος "πρακτικές διαφθοράς" χρησιμοποιείται ως έννομη πράξη του συμβαλλόμενου μέρους υπό μορφή υλικής αποζημίωσης οποιουδήποτε προσώπου που επηρεάζει τον αντισυμβαλλόμενο, το οποίο καταβάλλεται προκειμένου να παρακινήσει άλλο συμβαλλόμενο μέρος να λάβει απόφαση προς όφελος του συμβαλλομένου ".

Κατά την ολοκλήρωση των συναλλαγών με τους αντισυμβαλλόμενους, η Εταιρία τους γνωστοποιεί, το περιεχόμενο των παραγράφων 11 και 12 του παρόντος κανονισμού.